ρωπογραφία

Έτσι επικράτησε να λέγεται στα ελληνικά το είδος της ζωγραφικής που στη διεθνή ορολογία έχει το γαλλικό όνομα genre, δηλαδή η ζωγραφική που δεν παίρνει τα θέματά της από τη μυθολογία, την ιστορία ή τη θρησκεία, αλλά από σκηνές της καθημερινής ζωής: σκηνές του σπιτιού, της εργασίας και της αναψυχής, τις οποίες αποδίνει ρεαλιστικά. Το είδος είναι σχετικά νέο στην ιστορία της τέχνης. Ως προδρόμους του βέβαια μπορούμε να θεωρήσουμε ορισμένες όψεις του βορειοευρωπαϊκού ρεαλισμού, δευτερεύουσες εκφράσεις της τέχνης του Καραβάτζιο και τους λεγόμενους «ζωγράφους της πραγματικότητας» στη Γαλλία (Λε Ναιν, Λα Τουρ). Αλλά η πρώτη του μεγάλη άνθηση σημειώθηκε στη Φλάνδρα και ιδιαίτερα στην Ολλανδία κατά το 17o αι. Οι πίνακες με χωρικούς του Μπρόουερ, του Τενήρς, του βαν Οστάντε, οι συνθέσεις με ιππότες, στρατιώτες, αυλικούς του Χαλς, του Κόντε, του Ντούυστερ, οι σκηνές από τη σπντική ζωή των εύπορων αστών που ζωγράφισαν ο Τέρ-μποχ, ο Μέτσου, ο Ντόου, ο Μάες, ο ντε Χόοχ και κυρίως ο μεγάλος Βερμέερ του Ντελφτ, οι κεφάτοι πίνακες με χιόνια του Άβερκαμπ αποτελούν τις χαρακτηριστικότερες εκφράσεις αυτού του είδους εκείνη την εποχή. Κατά το 18o αι., η φλαμανδική και ολλανδική αυτή παράδοση έγινε δεκτή στην Ιταλία, στη Γαλλία, στην Αγγλία, χωρίς να μένουν πάντα σεβαστά τα χαρακτηριστικά που είχε στο τόπο της καταγωγής της. Με όχι καθαρά καθορισμένα όρια από το καπρίτσιο και τη βουκολική σκηνή, η ζωγραφική αυτή πήρε συχνά τη θέση της στην Ιταλία στα έργα των Πιατσέττα, Ρίτσι, Μανιάσκο, Τιέ-πολο, ενώ ένα κεφάτο και οξύ παρατηρητικό πνεύμα φλαμανδικού τύπου διακρίνεται στον Κρέσπι από την Μπολόνια, στο μαθητή του Λόνγκι, που μας προσφέρει, με μικρούς πίνακες γεμάτους πνεύμα, ζωηρή αναπαράσταση της λαμπρής βενετσιάνικης κοινωνίας, ή στο έργο του Ναπολιτάνου Τραβέρσι. Ο αμεσότερος και σημαντικότερος κληρονόμος της γαλλικής παράδοσης είναι, στη Γαλλία ο Σαρντέν, που συνεχίζει με λεπτή και βαθιά οικειότητα την αναπαράσταση της αστικής ζωής. Αυτή παίρνει διδακτικό και ηθικοπλαστικό χαρακτήρα, κατά το παράδειγμα του θεάτρου του Ντιντερό, στον Κρεζ, που έδωσε συγκινητικές σκηνές με διδακτικό αισθηματισμό. Ανάλογο διδακτικό χαρακτήρα, αλλά με περισσότερη καλλιτεχνική ρωμαλεότητα, είχε στην Αγγλία η «Ηθική ζωγραφική» του Χόγκαρθ, με σειρά πινάκων και χαρακτηριστικών (όπως π.χ. «Η ζωή του γλεντζέ») που αποτελούσαν κατά κάποιον τρόπο παράλληλο του λογοτεχνικού έργου του Φήλντινγκ. Η αγάπη του καπρίτσιου, της ειδυλλιακής σκηνής και της κομψής φαντασίας κατά τον τρόπο του Βατώ ή του Μπουσέ, συνεχίστηκε το 19o αι., μαζί με τις οικογενειακές σκηνές και τους χωρικούς του ολλανδικού τύπου. Τα βαθύτερα όμως κίνητρα του είδους αυτού της ζωγραφικής απορροφήθηκαν το 19ο αι. από το ρεαλιστικό και βεριστικό κίνημα, ενώ τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του αποκρυσταλλώθηκαν και διατηρούνται ακόμα σε κούφιες επαναλήψεις και για καθαρά εμπορικούς σκοπούς. «Το κάρο με το σανό», ρωπογραφία του Λουί Λε Ναιν (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι). «Ο ερημίτης», ρωπογραφία του Γκέριτ Ντόου (Βασιλική Πινακοθήκη, Άμστερνταμ). «Ο αδιάφορος», ρωπογραφία του Αντουάν Βατώ (Μουσείο του Λούβρου, Παρίσι). «Νέα που διαβάζει γράμμα» ρωπογραφία του Γιοχάνες Βερμέερ (Rijksmuseum, Άμστερνταμ). «Ο καπνιστής», ρωπογραφία του Άντριαν Μπρόουερ (Rijksmuseum, Άμστερνταμ).
* * *
(I)
η / ῥωπογραφία, ΝΑ [ῥωπογράφος (Ι)]
ζωγραφική εικόνα που παριστάνει κοινά και ανάξια λόγου αντικείμενα και για την οποία έχουν χρησιμοποιηθεί ευτελή χρώματα.
————————
(II)
η / ῥωπογραφία, ΝΑ [ῥωπογράφος (ΙΙ)]
ζωγραφική εικόνα η οποία παριστάνει θάμνους ή καρπούς.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρωπογραφία — η η τέχνη του ρωπογράφου (βλ. λ.) ή εικόνα μικρών αντικειμένων (νεκρής φύσης) …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • RHOPOGRAPHI — Graece Ῥωπογράφοι, dicebantur olim, qui belluas, arbores, homines; insuper, antra, portus et alia id genus, variaque et minuta opere topiariô exprimebant, Ρ῾ῶπος enim varia et minuta merces est, ut infra videbimus. Inde Ρ῾ωπογραφία ripulae, apud… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • -γραφία — β συνθετικό θηλ. ουσιαστικών τής αρχαίας, μεσαιωνικής και νέας Ελληνικής από τα οποία τα περισσότερα προέρχονται από αντίστοιχα σύνθετα σε γράφος* και δηλώνουν: α) τρόπο γραφής ή εκτυπώσεως (πρβλ. δακτυλογραφία, στενογραφία κ.ά.) β) είδος… …   Dictionary of Greek

  • ρεαλισμός — Στη φιλοσοφία ο όρος σημαίνει την αναγνώριση της ύπαρξης μιας πραγματικότητας έξω από τη σκέψη, ανεξάρτητη από τη νοητική μας δραστηριότητα. Η νόηση γνωρίζει την πραγματικότητα προσαρμοζόμενη σε αυτήν. Η «αλήθεια» είναι η συμφωνία της σκέψης με… …   Dictionary of Greek

  • Βώκος, Νικόλαος — (Ύδρα 1861 – Παλαιό Φάληρο 1902). Ζωγράφος. Απόγονος του Ανδρέα Μιαούλη, σπούδασε στο Σχολείο των Τεχνών της Αθήνας, όπως ονομαζόταν τότε η σημερινή Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, και συνέχισε στο Μόναχο, με καθηγητές τον Νικόλαο Γύζη, τον Λεφτς και …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Αρχαιότητα) — ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΕΧΝΗ Η απαρχή της αρχαίας ελληνικής τέχνης τοποθετείται συνήθως περί το 1100 π.Χ., μετά την κάθοδο των Δωριέων. Μετά την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β’ και την ανάγνωση των πινακίδων των ανακτόρων της Πύλου, των Μυκηνών, των… …   Dictionary of Greek

  • Κάρκανο — (Carcano). Επώνυμο Ιταλών λογίων και καλλιτεχνών. 1. Τζούλιο (Giulio, 1812 – 1884). Ποιητής και μυθιστοριογράφος. Διετέλεσε μέλος πολλών ακαδημιών και φιλολογικών συλλόγων, καθηγητής της αισθητικής στο ινστιτούτο της Λομβαρδίας και το 1867… …   Dictionary of Greek

  • Λε Νεν — (Le Nain). Επώνυμο οικογένειας Γάλλων ζωγράφων του 17ου αι. με καταγωγή από το Λον αν Βερμαντουά. Επειδή συνεργάζονταν σε εργαστήριο που είχαν ιδρύσει στο Παρίσι το 1629, η διάκριση της προσωπικότητας του καθενός είναι δύσκολη. Υπήρξαν εξαίρετοι… …   Dictionary of Greek

  • Μπασάνο — I (Bassano). Επώνυμο οικογένειας (αδελφών) Κορσικανών φιλελλήνων. 1. Αντόνιο (; – Ναύπλιο 1836). Όταν άρχισε η Ελληνική Επανάσταση ήρθε στην Ελλάδα και διορίστηκε διοικητής μικρού πολεμικού στόλου στον Αμβρακικό και στον Κορινθιακό κόλπο.… …   Dictionary of Greek

  • Ρωμηός — Έμμετρη σατιρική, εβδομαδιαία εφημερίδα, που ίδρυσε ο Γεώργιος Σουρής. Κυκλοφορούσε από το 1883 ως το 1919. Αρχικά ο Γ. Σουρής συνεργαζόταν στην σύνταξη της και με άλλους, αλλ’ αργότερα την έγραφε ολόκληρη μόνος του. Η εφημερίδα αυτή άσκησε… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.